Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ελληνικός Νεκρόδειπνος
(απόσπασμα)

Άγγελος Σικελιανός
   
«Στη νύχτα τούτη, φίλε, ζητάς φωνή να δώσω, π΄ όπως το ίδιο ποτήρι που κρατάς ως το στεφάνι γεμάτο, λές το σύνορο, έχει βάλει στις ψυχές μας το ακρότατον, όπου νάναι το σύνορο της ίδια της ψυχής μας; Πές, ποιος εγνοιάστη ετούτο το τραπέζι, ή στάθηκε από πάνω ιεροφάντης να το στολίσει, και είναι σαν μεράδι του Πλούτωνα ιερό, σαν πυργωμένος ερημικός νεκρόδειπνος  οπού όλων μπροστά του η σκέψη καίει και λειτουργάει μνημόσυνο βαθιά της; Τι, όπως σε ένα σπυρί σταριού το φτερωτό μυρμήγκι πέφτει φουσάτο πάνω του, παρόμοια λογαριάζω έχουν κυκλώσει αυτό το δείπνο ψυχές νεκρών που εμείς και η αιώνια νύχτα βαθιά  ‘χουμε τ’ αχνάρι τους κρατήσει, σαν, πιο ψηλά από την βίγλα του θανάτου, ανηφορούσαν σιωπηλοί στα βράχια να πιούνε στου θάρρους την πηγή’ μα κι άλλες πολλές ψυχές τη νύχτα όπου γεμίζουν – τι τώρα είναι πιότεροι οι  νεκροί και από όλους της γης τους ζωντανούς, που από τη ζέστα της σιωπηλής καρδιάς μας τραβηγμένες, καθώς οι πεταλούδες απ’ τις φλόγες τραβιώνται των κεριών, να ξεκινάνε τις νοιώθω από παντού, κι’ αφήσετέ τις να φτάσουν ως εδώ, ν’ απλοχερίσουν αόρατες σε τούτο το τραπέζι του Πλούτωνα,  σ΄ αυτό τον πυργωμένο νεκρόδειπνον, ώ φίλοι, αφήσετέ τις να ρθούν εδώ σε μας, να γίνουμ’ ένα…..
Κι’ από το ποτήρι, φίλε, που δίνεις γεμάτο ως το στεφάνι και πού, αν σκύψω στην όψη του βαθιά του, από άλλο κόσμο λογαριάζω πως την βλέπω αντισταλμένη, κι΄απ’ το κρασί που το ΄φερες για μένα, γιατί είν’ αδρόν, ώ φίλε, κ΄ ευωδάει σαν του Διονύσου το χυμένον αίμα, άς μεταλάβουμε όλοι, σάμπως μύστες παλιοί, απ΄ τα ΄Αγαθοδαίμονα το μέγα το κύπελλο, βαθιά σιωπή κρατώντας ως στη στιγμή ( κι΄ ας μη αργήσει, ώ φίλοι!) που θα μουγκρίσουν άξαφνα οι δυνάμεις βαθιά μας του Θεού, κι΄ ο μυκηθμός του, πιο από σεισμού βοή, θα σηκώσει αντάμα φουσάτο, ζωντανούς και πεθαμένους σε θείο γιουρούσι….. Κι΄ όσο για τα νέα και φλογερά που θέλατε τραγούδια ν΄ ακούστε από τα χείλη μου, θα ρθούνε στην ώρα τους κι΄αυτά……»

                                    Έτσι είπα κι΄ όλοι, σαν ένοιωσαν καλά το τι ζητούσα κι΄ από το κρασί γευτήκανε κι΄απ΄όλους στερνός, σαν ο ιερέας που καταλύει το δισκοπότηρο μες στ΄ Άδυτο, ήπια κι΄εγώ ως την ύστερη τη στάλα, μόνοι το βήμα μας τραβήξαμεν αγάλι – ενώ ένα - ένα τα κεριά σβηνόνταν – προς τα ανοιχτά παράθυρα όπου, μαύρος έναστρος τώρα ωκεανός η νύχτα, βουβούς μας πάταε μέσα στο παλμό της…..

Μα στα σκοτάδια μέσα κι΄ αν κανένας πια δεν μιλούσε από βαθιά μας όλων προς το ζόφο και τα’ άστρα ανηφορούσε μιαν ίδια ευχή και γνώμη: «Εισάκουσέ μας! Ώ Διόνυσε -  Άδη, θείε μας παραστάτη, συγκράτα τις καρδιές μας με το μαύρο του πόνου σου κρασί, δυνάμωσέ τις, προφύλαξέ τις άγγιχτες για κείνη την ώρα π’ αντεπάντεχα η κραυγή σου, πιο από σεισμού βοή,  θα μας σηκώσει με τους νεκρούς μαζί, στο θείο γιουρούσι!....


Άγγελος Σικελιανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.