Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

KΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μαγδαληνή
Μέσ᾿ σ παλάτια, πο σ σπήλια ντήχαν π᾿ τς μουσικς
κι᾿ στράβαν π᾿ τ μέταλλα κα τ δεμένα φτα,
στ μάγουλά μου, πο κανες δν τ εδεν λιος, ο μοσκς
γλίστρααν μ λάγγεμα πολ κα τ δάγκωναν σν χις
στν κρουσταλλένια μου φων θαμπ γλιστροσε νότα.
Στν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία γώ μουν Πηγή:
το
κόρφου μου τ᾿ μάραντα κα μοσκοβόλ κίτρα.
σν τ φλόγα το κορμιο μου λλη δ γνώρισεν Γ,
σ
ν τς γκάλης μου μεστ καμι δν πρχε σιγή.
ρωτάς μου νίκαγε τ Ρώμη τ νικήτρα. . .
Σκοτάδια τανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι᾿ μμουδι
κα
στ γλυκ τ χείλια μου πικρ πολ τ γέλια.
Κα
μο τινάζαν ξαφνα τ᾿ γνώστου φόβοι τν καρδι
κα
μο κοβόταν ναπνι μέσ᾿ σ φορέματα φαρδιά-
π᾿ το θριάμβου τν κορφ μακρι βλεπα συντέλεια.
Δν ταν ξαφνη στραψιά. Τοτο συνέβη ργά, σιγά. . .
ραος δν σουν, τίποτα δν εχες πάνω σου ξο!
Κοίταγες χάμου τ
χαλίκια, ς μίλαγες σιγ κι᾿ ργά.
Τ
ν τρίτη τέταρτη φορν ρχισε νος μου ν ριγ,
κι
᾿ ς σήκωσες τ μάτια σου, δ βάσταα ν κοιτάξω.
Κι᾿ ἔνιωσα ὁρμὴ ἀσυγκράτητη στὰ πόδια σου νὰ κυλιστῶ.
Εἶδα νὰ σειέται μέσα μου ψυχὴ παρθένα ὡς τώρα.
Τὴν εὐτυχία τὴ γνώρισα στὸ δόσιμο χωρὶς μιστό,
τὴ λευτεριά-στὸ σκλάβωμα σὲ κάποιο ἰδανικὸ σωστὸ
καὶ τὴν ὑπέρτατ᾿ ἡδονὴ στὸν πόνον,-ἄξια γνώρα.
Κα στος φτωχος μοιράζοντας τ πάρχοντά μου (σημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες κα
παλάτια)
τ
βήματά σου κλούθησα, πο κι᾿ ν τ σβηοσε ταχτικ
στ
ν μμ᾿ γέρας το βραδιο, σ φτα μένανε γλυκ
γι
πάντα σ᾿ μμο κα ψυχ κα σ᾿ κος κα μάτια.
Πράματα νέα δν λεγες κι᾿ οτε, μ λόγια νέα, παλιά.
π πολλος κι᾿ π καιρος λα ταν επωμένα.
Μά
χες τ δύναμη ν᾿ κος τν ορανν τ σιγαλι
κι
᾿ λα γι σένα (κι᾿ ψυχα κι᾿ νθρωποι) διάφανα γιαλι
κα
διάφαν᾿ καρδι το Θεο γι σένα - κα γι μένα!
Κανες (κα πλήθη κα σοφο κα μαθητάδες κα γονιοί)
δ
ν ξάνοιγε τ σπαραγμ στ θάματά σου πίσω.
Κι᾿ ἂν πρόσμενες τὸ λυτρωμό σου ἀπὸ τὴν ἄδικη θανή,
ἐγὼ μονάχα τό ῾νιωσα, ποὺ ἤμουνα λάσπη καὶ κοινή,
πόσο, Χριστέ ῾σουν ἄνθρωπος! Κι᾿ ἐγὼ θὰ σ᾿ ἀναστήσω!
νάσταση
Ν τ᾿ μεγάλη νύχτα! Καλ νύχτα!
Ψηλ
τ κυπαρίσσι σ καλε.
-
λα, δν χεις τίποτα ν χάσεις
μάιδε ν
θυμηθες κα ν ξεχάσεις.
Πατρίδα; Πουλημένη στ σφυρί!
Λεφτεριά; Μ
χαλκδες δν μπορε!
Παιδιά; Πο
τ χε ς κλαίει μέχρι θανάτου,
θά
ναι σκλαβ᾿ προδότες τ ρφανά του!
Εἰσ᾿ ἄδειος ἤσκιος μέσα σ᾿ ὅλα τ᾿ ἄδεια.
Δὲν εἶναι τόσο μάβρα τὰ σκοτάδια
τοῦ τάφου, ὅσο τὰ φέγγῃ τῆς ἡμέρας,
τὰ φέγγῃ τῆς σκλαβιᾶς καὶ τῆς φοβέρας.
Πιὸ σίχαμ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάθε γῆς σκουλῆκι,
οἱ θεόμορφοι δυνάστες σου καὶ λύκοι.
Μὴ λὲς ἀφανισμὸ τὸ θάνατό σου,
ἀφοῦ δὲ ζοῦσες γιὰ τὸν ἐαφτό σου.
Ἂν ἔκανες τὸ χρέος σου στὸ λαό,
σὰν ξεχυθεῖ μὲ πάθος παλαιὸ
τὴν πᾶσαν ἀτιμία νὰ συνεπάρει,
μ᾿ ἄλλους πολλοὺς θά ῾χει κ᾿ ἐσὲ μπροστάρη.
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.